Χτίζοντας με τάξη το Δρόμο από Μετάξι

Κούνας

«Η Ελλάδα ανήκει εις την Δύσιν»· σχεδόν σαράντα χρόνια πέρασαν από τον εν λόγω αφορισμό, και σε γενικές γραμμές μοιάζει να παραμένει εξίσου επίκαιρος με τότε. Με την ανάληψη της προεδρίας, ο Τραμπ κήρυξε έναν άνευ προηγουμένου εμπορικό πόλεμο με βασικό αποδέκτη την Κίνα. Τα φύλλα της τράπουλας ανακατεύονται, ο παγκοσμιοποιημένος μας κόσμος μοιάζει να αποδομείται σε περιχαρακωμένες εθνικές και περιφερειακές νησίδες που ζυγίζουν τα ανταγωνιστικά και συγκριτικά τους πλεονεκτήματα αναζητώντας νέες συμμαχίες, αναμένοντας την πιο συμφέρουσα προσφορά για να συνάψουν το καλύτερο «ντηλ». Κι όμως, κάπου μακριά, «πέρα από τα πέρα μέρη», η έτερη υπερδύναμη υφαίνει την τελευταία δεκαετία ένα μεταξωτό, εν πολλοίς αόρατο για μας, δίχτυ, που σταδιακά τυλίγει όλο τον (υπόλοιπο) πλανήτη. Ο λόγος για τον περιβόητο Δρόμο του Μεταξιού.

          Πρόκειται για μια έννοια που ανασύρει μνήμες από παλίμψηστες πολιτείες της συλλογικής, ιστορικής μνήμης. Κι όχι τυχαία, αφού είναι πρωτίστως ένα πιασάρικο σλόγκαν που επινοήθηκε με όρους αγοραίου μάρκετινγκ και δευτερευόντως μια κρατικά σχεδιασμένη στρατηγική. Δύο βασικές πτυχές του είναι ο Ψηφιακός Δρόμος του Μεταξιού (ΨΔΜ) –που προωθεί τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του αναπτυσσόμενου κόσμου– και ο Υγειονομικός Δρόμος του Μεταξιού (ΥΔΜ), για τον οποίο μιλάει στο άρθρο του ο Σαόγιου Γιουάν στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό World και με τον οποίο θα ασχοληθούμε εδώ.

          O ΥΔΜ είναι μια πρωτοβουλία της Κίνας για ανάπτυξη υγειονομικών υποδομών και συνεργασία σε θέματα υγείας με αναπτυσσόμενες (κυρίως) χώρες. Συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια η Κίνα επενδύει τεράστια κεφάλαια –ενδεικτικά ανακοίνωσε το 2018 την επένδυση 60 δις δολαρίων στην Αφρική με έμφαση στην υγεία– μεταξύ άλλων για το χτίσιμο και τη λειτουργία νοσοκομείων, την εκπαίδευση υγειονομικού προσωπικού, την ανταλλαγή επιστημονικής τεχνογνωσίας, την πρόληψη και την παρακολούθηση ασθενειών, την παροχή ιατροφαρμακευτικού εξοπλισμού, τη μετεγκατάσταση κινεζικού ιατρικού προσωπικού και την ανάπτυξη εφαρμογών τηλεϊατρικής και ψηφιακής υγείας στις συνεργαζόμενες χώρες, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως στην Ασία – π.χ., Σρι Λάνκα, Καμπότζη, Λάος, Πακιστάν– και στην Αφρική – Νιγηρία, Σουδάν, Καμερούν, κ.ά–, αλλά περιλαμβάνουν και αρκετές χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Πλέον σε μεγάλο βαθμό η ιατρική φροντίδα σε αυτές τις χώρες χρηματοδοτείται και υλοποιείται από την Κίνα.

          Σύμφωνα με τον Γουάν, είναι λάθος να προσεγγίσει κανείς αυτή την πρωτοβουλία της Κίνας μανιχαϊστικά. Οι διακηρυγμένοι στόχοι του ΥΔΜ είναι η οικοδόμηση υποδομών, η ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας σε θέματα υγείας και η ανάδειξη της Κίνας σε παγκόσμιο ηγέτη στην υγεία. Πράγματι, γράφει ο Γουάν στο άρθρο, η Κίνα φαίνεται να πετυχαίνει όλους αυτούς τους στόχους: ενδεικτικά, ο ΥΔΜ μείωσε τα ποσοστά θνησιμότητας και βελτίωσε τις παροχές υγείας στο συνεργαζόμενο δίκτυο. Όμως, από την άλλη μεριά, ο συγγραφέας εφιστά την προσοχή στον κίνδυνο η χρηματοδότηση αυτή να μετατραπεί σε «παγίδα χρέους», το οποίο θα αδυνατούν να αποπληρώσουν. Για παράδειγμα, σε διαφορετικό πλαίσιο, όταν η Κίνα χρηματοδότησε το χτίσιμο του λιμανιού της Χαμπαντότα στη Σρι Λάνκα, και η δεύτερη αντιμετώπισε τελικά προβλήματα με το δημόσιο χρέος της, αναγκάστηκε να νοικιάσει το λιμάνι σε μια κρατική κινεζική εταιρεία για 99 χρόνια. Μερικά άλλα προβλήματα είναι η έλλειψη διαφάνειας στις διαδικασίες σχεδιασμού και ανάθεσης των έργων, πόσο ποιοτικές, βιώσιμες και ασφαλείς είναι οι παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας, καθώς και η γεωπολιτική ατζέντα και τα σιωπηρά κίνητρα πίσω από την πρωτοβουλία της Κίνας. Μέσα από το άνοιγμα σε τρίτες χώρες, η Κίνα αυξάνει τη διεθνή της επιρροή και βρίσκει τρόπο να ασκήσει μια «ήπια», δηλαδή έμμεση μορφή εξουσίας στο εσωτερικό τους.

          Συγκεκριμένα όσον αφορά τα κίνητρα της Κίνας, αυτά είναι τα εξής: οικονομικά συμφέροντα, διπλωματική επιρροή, γόητρο, σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή –αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα, δεδομένων των αυξημένων μετακινήσεων και της συνδεσιμότητας των ανθρώπων σήμερα– και ένα ασφαλέστερο περιβάλλον από άποψη υγείας. Έτσι, η Κίνα επεκτείνει τις εξαγωγικές της αγορές, οικοδομώντας σχέσεις εμπιστοσύνης με τις συνεργαζόμενες χώρες, εξασφαλίζοντας δυνητικά την υποστήριξή τους στα διεθνή φόρα. Παράλληλα, ένας πιο υγιής πληθυσμός στις γειτονικές χώρες οδηγεί σε κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη και μειώνει την πιθανότητα για συγκρούσεις και μετανάστευση. Με λίγα λόγια, πρόκειται για μια πραγματική επένδυση στην υγεία και την ανάπτυξη, αν και, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες διεθνείς πρωτοβουλίες, ισχύει το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Άλλωστε, ο Γουάν αναφέρεται ρητά και σε κινδύνους όπως η ενδεχόμενη εξάντληση των οικονομικών πόρων της Κίνας και το ενδεχόμενο η Κίνα να νοιάζεται περισσότερο για τα στρατηγικά της συμφέροντα, παρά να καλύψει ανάγκες υγείας.

          Σε κάθε περίπτωση, ο ΥΔΜ έχει λειτουργήσει ως διαφήμιση για την Κίνα στον έξω κόσμο, αναδεικνύοντάς την σε υπεύθυνο παίκτη της διεθνούς σκακιέρας. Είναι καλύτερο να εξάγεις υγεία παρά πόλεμο. Η πιθανή πολιτική ατζέντα της κινεζικής κυβέρνησης δεν αναιρεί τα υλικά οφέλη της πρωτοβουλίας. Και οι άλλες χώρες, που δεν συμμετέχουν ακόμα στον ΥΔΜ ή σε κάποιο άλλο «νήμα» του Δρόμου του Μεταξιού, στο σημερινό πλαίσιο, που καλούνται να αξιολογήσουν εκ νέου με ποιους θα κάνουν μπίζνες, έχουν την ευκαιρία να σκεφτούν μήπως η Κίνα μπορεί να αποτελέσει έναν τέτοιον εταίρο, αν όχι φίλο.

Άλλωστε, σε μια εποχή όξυνσης της σινοφοβίας, ο τίτλος του πρώτου βιβλίου του Γουάν είναι, Πάντα, όχι δράκος: Γιατί η άνοδος της Κίνας δεν αποτελεί απειλή [Panda not Dragon: Why the Rise of China is not a Threat]. Άλλωστε, στην κουλτούρα μας το αναγκαίο υπόστρωμα για την οικοδόμηση μιας τέτοιας γέφυρας σε πολιτισμικό επίπεδο, φαίνεται να υπάρχει από καιρό. Όπως έλεγε ένας δισέγγονος του Ζορμπά, ο αείμνηστος ροκάς Παύλος Σιδηρόπουλος, «Είμαστε 70% Ανατολή και 30% Δύση». Ή όπως έλεγε ένας στίχος του Λοΐζου, Σε πήρε κάποτε η Δύση / Σε ξαναφέρνει η Ανατολή.

Πηγή: Yuan, S. (2023). The Health Silk Road: A Double-Edged Sword? Assessing the Implications of China’s Health Diplomacy. World, 4(2), 333–346. https://doi.org/10.3390/world4020021